|
Βιογραφικό
Ο Νέστορας Ι. Πουλάκος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και δημοσιογραφία, επίσης έχει παρακολουθήσει μαθήματα ιστορίας, λογοτεχνίας και κινηματογράφου. Εργάζεται ως δημοσιογράφος στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό τύπο. Παράλληλα, εκδίδει το περιοδικό τεχνών Βακχικόν και διατηρεί στήλη βιβλίου στα λογοτεχνικά περιοδικά Μανδραγόρας & Ο Φαρφουλάς, καθώς και στο περιοδικό Bang. Διηγήματα και ποιήματά του έχουνε δημοσιευθεί σε περιοδικά. Το 2008 κυκλοφόρησαν οι "Αντιξοότητες", η πρώτη του ποιητική συλλογή από τις Εκδόσεις Ash In Art, ενώ ποιήματά του έχουνε συμπεριληφθεί σε 3 ανθολογίες ποίησης.
--------------------------------------------------------------------------------------------
Στο Μύλο
Είσαι στη Ναυαρίνου και πίνεις το πρωινό ιρλανδέζικο ρόφημα για να ξυπνήσεις. Φοράει μαύρα ρούχα, ούτε μέηκ-απ κι άλλες τέτοιες μπούρδες. Τσίτα διάθεση και κόκκινα νύχια. Αυτή φρέντο εσπρέσσο σκέτο και σε κοιτά αμέσως. Κουνάει το κεφάλι της και σε πλησιάζει. -"Με λένε Τζέρεμυ και μ' αρέσει η μουσική του Πράισνερ" της λες. -"Δε δίνω δεκάρα κι ούτε καταλαβαίνω τι μου τσαμπουνάς!" σου αποκρίνεται. "Εγώ είμαι η Ζυλιέτ και γουστάρω να πηδιέμαι" συνεχίζει. Κάνετε έρωτα τρεις ώρες με κατεβασμένες τις γρίλιες κι οι ήχοι των ταξί στη Χαριλάου Τρικούπη να... γρυλίζουν συνεχώς. Όλη η Αθήνα γαμιέται μέρα μεσημέρι με σαρανταδύο βαθμούς κελσίου και κανείς τριγύρω δεν παίρνει χαμπάρι τίποτα. Τί οργασμός είναι αυτός!
*
Σκέφτεσαι ότι πάντα σου άρεσε να της πιάνεις τον κώλο. Να περπατάτε στο δρόμο, να μιλάτε ερωτικά, να παίζεται σα μικρά παιδιά κι εσύ να της πιάνεις πάντα τον κώλο. Κι εκείνη ν' αντιστέκεται. Της στέλνεις αμέσως μήνυμα:
«Πες μου, ποιός σου πιάνει τώρα τον κώλο; Ναι, πες μου τώρα!»
Ο βλάκας τον πρώτο καιρό χαίρεται και μετά φωνάζει για τη μαλακία του. Να μη την έκανε, να μη φωνάζει. Να μη την έκανες, να μην ουρλιάζεις, λοιπόν, μαλάκα!
Ξεχασμένοι Στη Πόλη
Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα
ψαροκόκαλα
ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούριου
πρωϊνού Τάσος Λειβαδίτης
Η βροχή έπεφτε δυνατά στις σκουρόχρωμες πλάκες του πεζόδρομου της Τζαβέλα. 'Αδειος, νεκρός από οποιαδήποτε αναρχική ψυχή της περιοχής, χωρίς μπύρες πεταμένες, γυαλιά σπασμένα και καδρόνια να αιωρούνται, ο κίτρινος φωτισμός από τους δημοτικούς στύλους, έδινε αίσθηση εγκατάλειψης, βαθιάς μελαγχολίας, σαθρής και διεφθαρμένης, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής. Το γωνιακό μπαρ, στο οποίο κάθονταν από ώρα κι έπιναν τα ποτά τους, εκείνος ουίσκι με πάγο κι εκείνη λευκό κρασί, κατέβαζε ρολά, έκλεινε για μιαν ακόμη νύχτα. Εκείνοι, κατηφόριζαν τον πεζόδρομο αμίλητοι, πιασμένοι αγκαλιά, με τα κεφάλια κατεβασμένα.
Πρωτοχρονιά στην πόλη που αγάπησαν και που μισήθηκαν από τους ανθρώπους, μυαλά άρρωστα, σακατεμένα από τη μιζέρια του όχλου, την κακομεταχείριση της μάζας. Ρατσισμός, πόλεμος, μίσος οδηγούν στην απόγνωση, στον εξευτελισμό, στην αυταπάτη της ευτυχίας, που ποτέ δεν έρχεται, μα είναι πάντα μπροστά τους. Ιλαροτραγικά αποφθέγματα ζωών λιωμένων από τη λάβα του ηφαιστείου της άψυχης ανάγκης για λεφτά, ζωή, επιτυχία. Αναγνώριση και ματαιοδοξία οδήγησαν την καρδιά τους στην ανάγκη της φυγής, της διαφυγής από σύμπαντος κόσμου.
Μιλούσαν για όλα αυτά ώρες ολόκληρες, πίνοντας, καπνίζοντας, βρίζοντας, ευνουχίζοντας τον εαυτό τους. Ερωτευμένοι χρόνια, παραδομένοι στο πάθος της συνεύρεσης, στον πόθο της αγάπης, στο θέλω τους ο ένας για τον άλλον, πιάνονταν, φορές, χέρι χέρι και προχωρούσαν στο δρόμο, προτάσσοντας τα στήθη τους, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν, όποιον τολμούσε να τους σταθεί εμπόδιο στην ολοκλήρωση της ευτυχίας τους. Σ' αυτούς που θα τολμούσαν να τους χωρίσουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Διψούσαν να ζήσουν αιώνες ολόκληρους, αγκαλιασμένοι, αποστασιοποιημένοι από τον κόσμο, παραδομένοι στο άγνωστο εμείς, ακούγοντας αγαπημένες μουσικές, βλέποντας καουμπόικες ταινίες, που ο καλός είναι τελικά κακός, αλλά και ευαίσθητος, πεισματάρης και ονειροπόλος.
«Όσο ζω θα επιμένω να ερωτεύομαι», έγραψαν με κόκκινο σπρέι στον τοίχο Τζαβέλα και Μπενάκη γωνία κι έφυγαν τρέχοντας προς άγνωστη κατεύθυνση.
Στην Ιωάννα Οίστρος
Ποτέ δε θα ξαναμιλήσω γιατί όσα κι αν είπα
η αλήθεια ήταν κρυμμένη, η αγάπη χαμένη,
κι εγώ εδώ...
Η ψυχή μου μια θάλασσα παραδομένη στην άβυσσο
της θλίψης, του πόνου, της θύμησης και της ανάγκης.
Όλα γύρω μου τελειωμένα, τυλιγμένα
σ' ένα τρομακτικό χορό από μυρωδιά βαλς και θανάτου.
Η ύπαρξή μου μια σκιά -μια ρωγμή στο χρόνο,
αναβλύζουν στιγμές γλυκιάς μελαγχολίας.
Το βλέμμα μου μια ουράνια έκρηξη στο γαλαξία,
όπου η ενοχή μπαίνει μέσα μου και με διαγράφει.
Όλα αυτά θυμίζουν όσα αισθάνομαι.
Τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο σκόνη.
Η φωνή μου μια ξεκούρδιστη τρομπέτα
παρασέρνει τα είδωλα της νύχτας.
Η θάλασσα μου, ο πόνος μου, η θλίψη μου,
ο χορός και ο θάνατός μου
είναι όλα άθλιοι ιππότες στο μπαρ της παραφοράς.
Και απορώ με τη θλίψη μου,
τις άρρωστες κραυγές της ψυχής μου.
Παραδομένης σε εικόνες μαγικές, τόπους σκοτεινούς,
ιδεατούς, νεκρούς από τις ζωές εκείνων που τόλμησαν.
Ακούστε άνθρωποι! Πατάω στη γη και ονειρεύομαι,
ακούω τον πόνο μου και κραυγάζω στίχους γοερούς.
Σιωπή στο μπαρ θα πέσει σαν θα μπω
Αλαλάζοντας ινδιάνικους ψαλμούς, χορεύοντας τσιγγάνικους ήχους.
Εωθινό θα 'ναι το μονοπάτι που θα διαβώ
μια νύχτα που αστροφέγγει ψέματα η θάλασσα.
Ασθμαίνοντας θάνατο θα βρωμίσω
τις κάμαρες των παιδιών σας, τις εκκλησίες των στιγμών σας.
Κι επίμετρο θα γράψω πάνω στον τάφο μου:
"Μη φωνασκείτε, θα ξυπνήσω"!
Θεσσαλονίκη, 25/11/07
Τάσος Ρήτος/Κατερίνα Καντσού/Ν. Πουλάκος
Ζέστη Ανυπόφορη
Τα μάτια σου αντίκρυσα
τη φωνή σου άκουσα
Απογειώθηκα
Δάκρυα κύλησαν
στα βλέφαρά σου μάτωσαν
τα χάδια μου
Και σου αφηγήθηκα
μια ιστορία πάθους
πριγκήπισσα εσύ
κι ο βομβιστής της καρδιάς σου
ο ιδανικός έρωτας
Χαμογελάς
δε θα σε δω άλλο
πεθαίνω
"σ' αγαπώ"
στην άμμο γραμμένο.
*
Καταθλιπτώ
τις ώρες και τις μέρες
τα όσα πέρασες μαζί μου
αγάπη μου
πονώ να σε βλέπω
να σε ακούω να σπαράζεις
να υποφέρεις
κι εγώ να στέκομαι
σα τίποτα
στο χάος του μυαλού σου
μπρος στα μάτια μου
ο πόνος σου
ψυχούλα μου
μανιασμένη αρρώστια η ζωή μου
μακριά σου
και σ' ένα βάραθρο
πετώ
τα νιάτα μου
σα λείπεις
μωρό μου
υποσχέσου με το γυρισμό σου
έρωτα
και χαμόγελο εωθινό
με ευωδιά γιασεμιού
για να γιατρευτώ
χωρίς εσένα δε μπορώ
και το ξέρεις
μικρούλα μου
τη κατάθλιψη σου σπάζω
και τα χέρια μου σκίζονται
από τα κομμάτια της
αίμα στάζει
χύνεται
εξαφανίζεται
νικήσαμε το θάνατο
της ευτυχίας μας.
είδες;
Ιωάννα, Ω! Ξαφνικέ Mου Έρωτα
Καθώς θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο, εκείνο το μακρινό απομεσήμερο της 'Ανοιξης, θα σ' έχω στο μυαλό μου, έτσι στα σκούρα ντυμένη, με τα ερωτικά σου μαύρα μάτια, τα έντονα φρύδια να σου δίνουν μορφή ιέρειας, τ' ανέμελα μαλλιά σου να μπλέκονται με θράσος στο λευκό προσωπάκι, το άβαφο, το ατημέλητο έτσι όπως το λάτρεψα από τη πρώτη στιγμή. Θα σκέφτομαι να μου χαμογελάς από μακριά, θα τρέξεις να με αγκαλιάσεις, θα μου διηγηθείς ιστορίες από την Ουρουγούαη κι εγώ θα σε κοιτάω μόνο, θα σ' ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ! Τα χέρια σου θα μου χαϊδεύουν τα μαλλιά, θα μ' αγκαλιάσεις, θα σ' αγκαλιάσω, θα με φιλήσεις, θα σε φιλήσω με πάθος, όπως ο Δρ. Στήβεν την 'Αννα υπό τους ήχους της μελωδίας του Πράισνερ στο «Μοιραίο Πάθος» που τόσο σου αρέσει. Θα μου πιάσεις το χέρι, θα σε κοιτάζω ακόμα. Θα μου πεις "σε λατρεύω", θα ριγεί το κορμί μου, η καρδιά μου θα πάλλεται, θα τρέχω και θα φωνάζω τ' όνομά σου. Θα 'ρθεις κοντά μου, θα είμαστε μαζί για καιρό, στο κρεβάτι του δωματίου με τις γρίλιες, με θέα τον Λυκαβηττό, θα σου αναλύω τη θεωρία των ενωμένων κορμιών, τι άλλο θα θέλουμε; Ευτυχία θα 'ναι αυτό!
«Έρωτας είναι ο χωροχρόνος μετρημένος από την καρδιά. Μαρσέλ Προυστ», έγραφε το περιτύλιγμα της σοκολάτας, που της έδωσε κείνο το βροχερό απόγευμα του Μάρτη. Ο Τζο είχε ερωτευτεί την ηρωΐδα του Πόε, την αγαπημένη του Λυγεία. Μοιραίο το τέλος της σε κείνο το μικρό διήγημα του αμερικανού ποιητή του 19ου αιώνα, μοιραία και για κείνον η σχέση τους. Εκείνη του χαμογέλασε και τον αγκάλιασε. "Τι τρυφερό!" σκέφηκε ψιθυριστά. Πήγαν αμέσως στο κρεβάτι. Κάτσαν εκεί όλο το βράδυ. Ξημερώματα ο Τζο, ανακαθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, γυμνός, με την Λυγεία δίπλα του να κοιμάται τόσο γλυκά, κοιτάζει το ξέφωτο του ουρανού, που μπαίνει από τις σχισμές του κλειστού παραθύρου. Σκέφτεται, θυμάται και συνάμα ονειρεύεται...
Ήταν απόγευμα Σαββάτου. Στο άναρχο σαλόνι λίγοι φίλοι μαζεμένοι συζητούν, κάπως καταπονημένοι από τη κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Στα πόδια του Τζο είναι ξαπλωμένη η Λυγεία. Μια νέα, όμορφη, ταλαντούχα κοπέλα γεμάτη δίψα για ζωή, για έρωτα, για ποίηση και λογοτεχνία. Την είχε ερωτευτεί αμέσως. Μια κουβέρτα τους σκεπάζει, κουκουλώνονται, πειράζονται, φιλιούνται κάπως φοβισμένα. Χαμογελούν, ξεκινά το παιχνίδι λοιπόν.
Εκείνη στην άκρη του παραθύρου κοιτάζει τον πολύβουο δρόμο, τα αμάξια περνούν, καπνίζει, δε χαμογελά. Είναι γυμνή. Το κρεβάτι ξέστρωτο. Αναποδογυρισμένα τα μαξιλάρια. "Σε λατρεύω", της λέει στο αφτί. Την αγκαλιάζει. Καπνίζει από το τσιγάρο της. Γυμνός, ανεπαίσθητα τρυφερός πάνω της. Δε χαμογελά, κοιτάζει κι αυτός τον δρόμο. Το φεγγάρι ξεπροβάλλει. Ο ουρανός μουντός, μελαγχολικός, καταπραΰνει αμφιβολίες ερωτικές. Τους ησυχάζει. Του εξομολογείται σκέψεις της, βιώματα του παρελθόντος. Τη κοιτά και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Νομίζει ότι θα την αγαπήσει κάποτε.
Στο μπαρ ο κόσμος πολύς. Ο Τζο μόνος του. Πίνει. Πίνει τα ποτά που του φέρνει. Δουλεύει, αγχώνεται. «Έχει ντυθεί ωραία απόψε», σκέφτεται. Περνά από μπροστά του, του δίνει ένα γρήγορο φιλί. Φεύγει χαμογελώντας. Εκείνος κατεβάζει το κεφάλι του, χαράζεται μια νότα χαράς στο πρόσωπό του. Πίνει τη τελευταία γουλιά του ποτού του. Ανάβει τσιγάρο. Η Λυγεία έρχεται δίπλα του, θέλει να ξαποστάσει δίπλα στον άντρα που της δίνει την ευτυχία που επιζητά καιρό. Τον αγκαλιάζει. Φεύγει. Μετά από λίγο του φέρνει άλλο ένα ποτό...
Από το πρώτο βράδυ τον κοίταζε, λες κι ήθελε να ρουφήξει από κείνον, ό,τι τον περιβάλλει. Καθόντουσαν στο κρεβάτι. Έβλεπαν τη ταινία της σχέσης τους. «Αντώνη, γιατί πρέπει να χωρίσουμε; -Μα γιατί λες ότι θα χωρίσουμε. Θα βλεπόμαστε έτσι; -Ναι... θα βλεπόμαστε, πότε-πότε! Πάω μια βόλτα. –Να 'ρθω μαζί σου; -...», η ηρωΐδα του «Ξαφνικού Έρωτα» φεύγει, ο ήρωας την αναζητά κι η Βιτάλη σιγοψιθυρίζει «Έλα λίγο, μόνο για λίγο, ζω και ξαναζώ...». Είναι αγκαλιασμένοι. Φιλιούνται με πάθος. Της λέει: "Ω, Ξαφνικέ μου Έρωτα". Τον κοιτάζει. Τον λατρεύει. Το ξέρει.
Περπατάνε στο δρόμο. Εκείνη σιωπηλή παρατηρεί τους μορφασμούς του προσώπου του. Εκείνος κοιτάζει μπροστά. Κάνει πως δε βλέπει, ότι τον κοιτά επίμονα, ερωτικά. Η Λυγεία της καρδιάς του, όπως είχε γράψει σ' ένα ποίημα του, είναι δική του και τη θέλει όσο τίποτα. Της κόβει ένα λουλούδι. Της το δίνει. Το παίρνει στα χέρια της, το βάζει στην αγκαλιά της. Της αρέσει. Του αρέσει που της αρέσει. Χαμογελά κι όλη η πόλη φωτίζεται απ' αυτό το χαμόγελο.
Ακούνε μουσικές όταν κάνουν έρωτα. Μπάρι Γουάιτ στον πρώτο οργασμό. Μπίλυ Χολιντέι εκείνο το βράδυ μετά την εξομολόγηση. Του βάζει αγαπημένα της κομμάτια. Του μεταφράζει. Του αρέσει να τη βλέπει μελαγχολική, ερωτική, να σιγοτραγουδά κοιτάζοντας τον. Ο έρωτας είναι μουσική δωματίου...
Ο Τζο τη θέλει παράφορα. Η Λυγεία τον κορνιζάρει στο μυαλό της, στη καρδιά της, στη ψυχή της. Θέλει να τον βλέπει κάθε μέρα παντού μπροστά της. Ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένας άνθρωπος. Ο Τζο κι η Λυγεία είναι ερωτευμένοι. Ο Τζο ζει με την αναπνοή της, η Λυγεία ζει με την αναπνοή του. Έρωτας θα 'ναι, Θεέ μου, θα την αγαπήσω σαν μούσα του Ελύτη με τον ερωτικό λόγο του Ρίτσου.
Όταν σ' είδα να μπαίνεις στην αίθουσα αναμονής κάτι βρόντηξε μέσα μου. Λες να 'ναι το βλέμμα σου, το σχήμα των ματιών σου πάνω μου, η έκσταση στη κορύφωση αυτού του πρόσκαιρου αποχωρισμού;
Θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο και θα σκέφτομαι την ηρωΐδα των διηγημάτων μου. Λυγεία τ' όνομά σου κι η καρδιά μου καρτερά τη ματιά σου, σε κείνο το απομεσήμερο της 'Ανοιξης.
Παραδινόμαστε στον έρωτα γιατί μας αφήνει μια αίσθηση του άγνωστου. Από κει πέρα δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Τέλος.
Έγινε Απώλεια ο Έρωτας Για Κείνη στην Ισμήνη
Το Σ' Αγαπώ μου ήταν λίγο, η ανάσα μου καυτή, η δίψα μου για μοναξιά πολλή, το θέλω για φυγή μακρινό.
Εγκατέλειψα τη λύτρωση μιας πορείας όχι μακρινής μήτε πονηρής. Μιας νιότης τρυφερής γεμάτης αγάπη που ζητούσε το κάτι της στιγμής.
Σε ονειρεύτηκα χθες βράδυ ήρθες στον ύπνο μου και χαμογέλασες και με φίλησες απαλά σαν ένα χάδι. Έτσι από έρωτα, όπως έλεγες.
Αυτόν τον έρωτα που έβλεπα πάντα στα μάτια σου, ξέρεις εκείνα που λαμπύριζαν. Και μ' άρεσε αυτό σαν μια μπάντα, που έπαιζε τραγούδια που ψιθύριζαν.
Oh! baby, ακούω,
τώρα τι έκανα; Γιατί; Πάντα γιατί...
Πλέον αν βρήκες άλλον ν' αγαπήσεις το καταλαβαίνω και θα πονώ. Πρόβλημα μου, σίγουρα θα πεις και θα γυρίσεις, έτσι κι αλλιώς το είχες πει κι αυτό.
Το Σ' Αγαπώ μου ήταν λίγο το ίδιο και ο Έρωτάς μου για σένα. Τότε τουλάχιστον... Δικαιολογίες θα σκεφτείς!
Πέρασε η άνοιξη, πάει το καλοκαίρι σ' άκουσα... Έφυγε το φθινόπωρο, κυλάει ο χειμώνας πλησιάζει ο χρόνος... Μάλλον ζεις, εγώ αργοπεθαίνω...
BANG BANG I HATE THE GROUND Εγώ φτιάχνω τη Ζωή μου τελικά... BANG BANG
Σκόρπιες Σκέψεις στην Αναστασία
"Θα με φιλήσεις; Ένα αποχαιρετιστήριο φιλί. Για μοναδική φορά."
Την κοιτάει. Το ίδιο και εκείνη. Ένα δώρο. Μια ανάμνηση. Σκοτάδι. Περπατά στο χιόνι. Πονάει. Το ζητά... "You' re the One"!
Ξαναζεί αυτός ο άγνωστος κύριος εκεί ακούει μελαγχολικά τραγούδια και προσπαθεί. Σκέφτεται τις αγάπες της ζωής του. Μελαγχολεί... Καπνίζει τη πίπα του και παρατηρεί...
"Η ζωή που περνά και χάνεται", τραγουδά βιώνει την κάθε στιγμή και όμως την ξεχνά. Η ταινία που λαγοκοιτάζει μα τον απορροφά και η φωτογραφία που κοιτά φωνάζει φωτιά!
Για την Ζωή όλα, σκέφτεται και σκληραίνει το απέραντο γαλάζιο παρατηρεί και τον συνεπαίρνει.
Ονειρεύομαι Με Τους Φίλους Μου
στη περίεργη Λένα του Απρίλη '06
Ρουφήξαμε τα όνειρα μιας νύχτας στην Ιθάκη του ποιητή, του ένδοξου, του τραγικού, του όλου. Και κάναμε πως θέλαμε να ζήσουμε για κείνη για μια μελαχροινιά, με ολόγιομα, μεγάλα, καστανά μάτια.
Τη νύχτα απορήσαμε με τούτη εδώ τη μοίρα που μπερδευτήκαμε εμείς χωρίς να το ζητούμε. Μια ρίμα δεν μπορέσαμε να πλέξουμε οπότε σωστά δεν την εψάξαμε αυτήν την καστανομάτα.
Το σκηνικό του Απρίλη βιώσαμε χωρίς υποκρισία όπως οι περισσότεροι κοινοί θνητοί του τόπου. Ήπιαμε και χορέψαμε, φλερτάραμε, γελάσαμε καστανά τα βλέπαμε τα μάτια της μαυρίλας.
Κι αν κάποτε δεν βρήκαμε αυτήν την ουτοπία και βολευτήκαμε θαρρείς με ότι μας ελάχει. Δεν πάψαμε να ονειρευόμασταν τη νια, την καστανομάτα, να ερωτευτούμε με τη ζωή, με το φιλί, με τ' όλο.
|