Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Poe Edgar Allan: Ποιήματα Μοναδικά...

 

         Έντγκαρ 'Αλαν Πόε

                                              Βιογραφικό

     Η προσωπική τραγωδία ήταν, δυστυχώς, μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του. Γεννημένος στη Βοστώνη το 1809 από γονείς ηθοποιούς, ποτέ δε γνώρισε τον πατέρα του Ντέιβιντ Πόε, που εγκατέλειψε τη μητέρα του κι εξαφανίστηκε λίγο μετά τη γέννηση του, για να πεθάνει στη Βιρτζίνια το 1810. Η μητέρα του, που υπέφερε από φυματίωση, πέθανε στο Ρίτζμοντ της Βιρτζίνια τον Δεκέμβρη του 1811, αφήνοντας ορφανούς τον Έντγκαρ, το μεγαλύτερο αδελφό του Ουίλιαμ-Χένρι και την ετεροθαλή αδελφή τους Ροζαλί.
     Η κυρία Φράνσις 'Αλαν από το Ρίτζμοντ έπεισε τον πλούσιο έμπορο σύζυγό της Τζον να πάρει στο σπίτι τους τον μικρό. Ήταν στο σπίτι τους που μεγάλωσε, κι εκεί δέχτηκε και τις πρώτες επιρροές του, που ήταν ιστορίες σκλάβων και παραμύθια ειπωμένα από καροτσέρηδες κι έμπορους της θάλασσας. Οι νεκροί κι οι ετοιμοθάνατοι πάντα όριζαν την ψυχοσύνθεση του. Σύμφωνα μάλιστα με μια ιστορία, όταν ήταν 6 χρόνων, κάποια μέρα καθώς περνούσε από το τοπικό νεκροταφείο ένιωσε να «καταλαμβάνεται από τον τρόμο», καθώς ήταν σίγουρος ότι τα πνεύματα των απέθαντων θα τον κυνηγούσαν.
     Το 1815, η οικογένεια πήγε στη Σκοτία και την Αγγλία, όπου έζησαν για 5 χρόνια. Οι εμπειρίες από το σχολείο προσέθεσαν ακόμη περισσότερες επιδράσεις στη ζωή του. Επιστρέφοντας στο Ρίτζμοντ κι ενώ βρισκόταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, άρχισε να γράφει ποίηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Λίγο μετά συνάντησε και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός κοριτσιού που άκουγε στο όνομα Ελμίρα, με την οποία και συνήψε δεσμό. Το 1826 τον έστειλαν στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια για να σπουδάσει νομικά. Ο πλούσιος πατριός του, με τον οποίο πάντα είχε μια τρικιμιώδη σχέση, του έδωσε 100 δολάρια για να καλύψει τα χρονιαία του έξοδα, τα οποία ξεπερνούσαν τα 450 δολάρια. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο νεαρός ποιητής σύντομα βρέθηκε χρεωμένος κι άρχισε να παίζει χαρτιά για να καλύψει τις ζημιές του. Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα γράμματα της Ελμίρα προς αυτόν υποκλέπτονταν κι από τους γονείς της κι από τους δικούς του, με αποτέλεσμα η κοπέλα που δεν πήρε τις απαντήσεις που περίμενε, ώστε να πειστεί ν' αρραβωνιαστεί κάποιον άλλο. Μετά απ' αυτό, ο Έντγκαρ το 'ριξε στο ποτό. Οι αντιστάσεις του στο αλκοόλ ωστόσο ήταν αδύνατες και πολύ εύκολα γινόταν βίαιος και παρανοϊκός όταν έπινε πολύ.
     Μέχρι το τέλος του χρόνου, ο 'Αλαν τον έβγαλε από το πανεπιστήμιο. Μετά από φοβερούς καυγάδες με τον πατριό του ο ποιητής εγκατέλειψε το σπίτι και κατευθύνθηκε προς τη Βοστώνη. Το 1827 εξέδωσε το πρώτο του βιβλιαράκι με τίτλο, "Ο Ταμερλάνος &'Αλλα Ποιήματα". Η φτώχεια, τον ίδιο χρόνο, τον οδηγεί στην απεγνωσμένη λύση της στράτευσης. Κατατάσσεται στα 18 του χρόνια σαν Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας στην αίτησή του πως είναι 22 χρόνων. Το 1829, μετά το θάνατο της αγαπητής του μητριάς, κάνει αίτηση για εγγραφή στην στρατιωτική ακαδημία του West Point, έχοντας την υποστήριξη του πατριού του, αλλά και κάποιου αξιωματικού.
     Με το που βρέθηκε, όμως, στο West Point το 1830, βούλιαξε πάλι στα χρέη. Έμοιαζε επίσης να μη του ταιριάζει το κλίμα κει. Ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους φοιτητές, πιο μορφωμένος και σωματικά πιο αδύνατος. Ενώ βρισκόταν στην ακαδημία, μελέτησε τους ρομαντικούς ποιητές: Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge κι άφησε να διαδοθεί η φήμη ότι ήταν εγγονός του Μπένετικτ 'Αρνολντ. Έχοντας βαρεθεί το West Point ως τις αρχές του 1831, αποφάσισε να παραμελεί τα καθήκοντά του για να τον διώξουνε. Το Γενάρη πέρασε στρατοδικείο για διάφορα παραπτώματα. Μετά την απόλυσή του, κατέληξε να ζει στη Βαλτιμόρη με την αδελφή του πατέρα του Μαρία Κλεμ (θεία Μάτι) και τη κόρη της Βιργινία.
     Εκεί, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα κι ήθελε να υποβάλει σε διάφορους διαγωνισμούς διηγημάτων. Την ίδια περίοδο, στα 1832, ανακάλυψε και το όπιο, ένα συνηθισμένο φάρμακο της εποχής, που ήτανε διεγερτικό κι είχε την ικανότητα να εξουδετερώνει πείνα και κρύο και να επεκτείνει την αίσθηση του χρόνου. Στη διάρκεια κείνου του καλοκαιριού είχε δεθεί ερωτικά με τη Μαίρη Ντέβερο, αλλά ο δεσμός αυτός δεν κράτησε πολύ, λόγω της τρομακτικής συμπεριφοράς που παρουσίαζε κάθε φορά, που βρισκόταν υπό την επιρροή αλκοόλ ή ναρκωτικών. Το 1833 κέρδισε ένα λογοτεχνικό βραβείο αξίας 50 δολαρίων από μιαν εφημερίδα της Βαλτιμόρης για την ιστορία του, "Μήνυμα Στο Μπουκάλι". Αυτό του έφερε πρώτη σημαντική αναγνώριση και φήμη τους τοπικούς λογοτεχνικούς κύκλους.
     Ο Τζον 'Αλαν πέθανε το 1834, αλλά δεν άφησε κάτι αξίας από την περιουσία του στο θετό γιο που ποτέ δεν υιοθέτησε, που σύντομα πρόσθεσε και τη λήψη λάβδανου στις κακές του συνήθειες. Το 1835 επέστρεψε στο Ρίτζμοντ για να δουλέψει σαν συντάκτης στη Southern Literary Messenger. Τότε ήταν που παντρεύτηκε και τη 13χρονη ξαδέρφη του Βιργινία, πρώτα σε κρυφή τελετή και μετά σε δημόσια, που στο πιστοποιητικό της αναφερόταν ότι το κορίτσι ήταν 21 χρόνων. Μετά από διάφορες μετακομίσεις και δουλειές η μικρή οικογένεια των Έντγκαρ, Βιργινίας και Μάτι, κατέληξε στη Φιλαδέλφεια, που ο ποιητής έπιασε δουλειά στο Burton's Gentleman's Magazine. Ήτανε στη διάρκεια κείνης της περιόδου που έγραψε μερικές από τις πιο γνωστές ιστορίες τρόμου κι υπερφυσικού. Τότε άρχισε να εκκολάπτεται μέσα του η ιδέα να ξεκινήσει κάποιο δικό του περιοδικό, το The Penn Magazine, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε, The Stylus.
      Στη διάρκεια ενός δείπνου, το Γενάρη του 1842, ενώ η Βιργινία έπαιζεν άρπα και τραγουδούσε, ξαφνικά κόπηκε η ανάσα της κι άρχισε να βήχει δυνατά. Βγήκε αίμα από το στόμα της, λερώνοντας το λευκό φόρεμα. Αυτό το γεγονός επιβεβαίωσε κείνο που φοβόταν από καιρό: ότι υπέφερε από τη μυστηριώδη ασθένεια της φυματίωσης που του 'χεν ήδη στερήσει μητέρα και πατέρα. Η ανακάλυψη αυτή τον έριξε με πάθος στο ποτό. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1842 κι ενώ η θεία Μάτι κρατούσε το σπιτικό όπως μπορούσε, ακόμη και δεχόμενη ελεημοσύνη, η κατάσταση της Βιργινίας υποτροπίασε. Ο Πόε αναζήτησε τη νιόπαντρη Μαίρη Ντέβερο στη Νέα Υόρκη. Περίμενε έξω από τη πόρτα της μέχρι να γυρίσει σπίτι και με το που την είδε τη κατηγόρησε ότι δεν αγαπούσε τον άντρα της. Μετά από λίγες μέρες, τονε βρήκαν να περιπλανιέται στο δάσος, βρώμικος κι αναμαλλιασμένος.
      Λίγο καιρό μετά μπήκε σ' εφαρμογή ένα σχέδιο για να βρεθεί υποστήριξη για το σχεδιαζόμενο περιοδικό του, μέσω πολιτικών επαφών. Οι προσπάθειές του στη Φιλαδέλφεια απέτυχαν, αλλά το 1943 τον προσκάλεσαν για να δώσει μια διάλεξη στην Ουάσιγκτον και να συναντηθεί με τον πρόεδρο στο Λευκό Οίκο. Αυτή ήταν η πιο σημαντική ευκαιρία που 'χε ποτέ για να κάνει καλή εντύπωση και ν' αποκτήσει χρήσιμους συμμάχους. Αλλά, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, πείστηκε να πιει ποτό στη διάρκεια ενός δείπνου. Αυτό οδήγησε σ' ακόμη περισσότερο ποτό. Τελικά, η διάλεξή του ακυρώθηκε κι όταν παρουσιάστηκε στο Λευκό Οίκο, ήταν μεθυσμένος και ρεζιλεύτηκε. Μ' όλες τις ελπίδες για στήριξη στο περιοδικό του κατεστραμμένες, επέστρεψε στη Φιλαδέλφεια.
     Παρακολουθώντας τη Βιργινία ν' αργοπεθαίνει αυξήθηκαν οι τάσεις του γι' αυτοκαταστροφή. Στο ποίημά του "Το Σκουλήκι Κατακτητής" (The Conqueror Worm), που γράφτηκε στη διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου, προβάλει την εικόνα ενός καταστροφικού σκουληκιού ή κάμπιας και την αποσύνθεση της ανθρωπότητας. Αν κι απέκτησε αναγνώριση στους λογοτεχνικούς κύκλους, τίποτα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τη φήμη που απόκτησε με το που έκδοσε το 1845 το ποίημα, "Το Κοράκι". Το ποίημα αυτό έγινε μια εθνική ψύχωση μέσα σε λίγες βδομάδες κι ανατυπώθηκε σ' εφημερίδες και περιοδικά σ' ολάκερη τη χώρα, αλλά λόγω του ότι τότε δεν υπήρχε προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όλες αυτές οι ανατυπώσεις δε του απέφεραν ούτε σεντ. Συνέχισε να ζει στην αιώνια φτώχεια του.
     Στο μεταξύ η κατάσταση της Βιργινίας συνέχισε να χειροτερεύει και το Γενάρη του 1847, στην ηλικία των 25 υπέκυψε στο μοιραίο. Το 1848, ο Έντγκαρ αρραβωνιάστηκε τη Σάρα-Έλεν Ουίτμαν, αλλά ο γάμος αναβλήθηκε 2 μέρες πριν τη τέλεσή του, καθώς ο Πόε, που 'χεν υποσχεθεί να κόψει το ποτό, εντοπίστηκε να πίνει. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες επέστρεψε στο Ρίτζμοντ που συνάντησε τον έρωτα της πρώτης του νιότης την Ελμίρα, την οποία αρραβωνιάστηκε. Ο γάμος ορίστηκε για τις 17 Οκτώβρη 1849.
     Τον Σεπτέμβρη αναχώρησε για να συναντήσει κάποιους φίλους και συγγενείς και να φροντίσει κάποιες δουλειές, ταξιδεύοντας προς τη Νέα Υόρκη μέσω Βαλτιμόρης και Φιλαδέλφειας. Δεν τα κατάφερε να πάει πιο πέρα από τη Βαλτιμόρη. Έφτασε εκεί μεθυσμένος κι εξαφανίστηκε για 5 μέρες. Όταν, τελικά, τον βρήκανε βρισκότανε σε παραλήρημα. Τον οδήγησαν στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε με το ζόρι στη ζωή για λίγες ακόμη μέρες. Πέθανε τη Κυριακή 7 Οκτώβρη 1849, σ' ηλικία 40 ετών μόλις. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Κύριε βοήθα τη φτωχή μου ψυχή». Σαν ένα μυστηριώδες υστερόγραφο στη ζωή του. Κάποιος ανώνυμος επισκέπτης παίρνει τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στον τάφο του, στη Westminster Church της Βαλτιμόρης, στην επέτειο των γενεθλίων του συγγραφέα κάθε χρόνο, από το 1949
.

                                    Τούτο είναι γραμμένο από το Λάκη Φουρουκλά

---------------------------------------------------------------------------------------------

                        Το Κοράκι

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
                           τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο
".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
                                                       για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
                          αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι
".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα
"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
                       σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
                              Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
                             θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                           Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου
!"
                Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                         "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
                   Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το
"Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                                        "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
                                                                                    πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε
". Και το Κοράκι είπε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!
", μα κείνο απάντησε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα
";
Και το κοράκι απάντησε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια
!"
Και το Κοράκι απάντησε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
                                                       Ποτέ από δω και πια!
                                                                       Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

       Το Κοράκι

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα,
μεσονύχτι όπως και τώρα
κι ήμουν βυθισμένος ώρα
σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μες από 'να θάμπος
ύπνου να μου 'φανη σάμπως,
έξω από τη πόρτα κάποιος
να χτυπούσε σιγανά.
"Επισκέπτης", είπα, "θα 'ναι και χτυπάει σιγανά,
                                   τούτο θα 'ναι μοναχά
".

Α! θυμάμαι 'πεφτε χιόνι
και του κρυού Δεκέμβρη τόνοι
σκούζαν μες στο παραγώνι
και στοιχειώναν τη φωτιά.
Η νυχτιά με στεναχώρα
κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
να 'βρω τη γλυκειά Λενώρα
μες στ' αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λενώρα που οι αγγέλοι της κρατούνε συντροφιά
                                          και δικιά μας ποτέ πιά.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι
της κουρτίνας είχ' αλλάξει
κι έρχονταν να με ταράξει
άγριος φόβος που τρυπά
κι έλεγα, να πάρω θάρρος
και να διώξω αυτό το βάρος:
"Επισκέπτης, δίχως άλλο,
θα 'ναι τούτος που χτυπά.
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης, που για να 'μπει μου χτυπά,
                                             τούτο θα 'ναι μοναχά
".

Ξάφνου άντρειωσ' η ψυχή μου
και παρά τη ταραχή μου:
-"Κύριε", φώναξα, "ή κυρία
συχωρέστε μ' έστω αργά.
Στα χαρτιά ήμουν σκυμμένος
κι ίσως μισοκοιμισμένος,
δε σας άκουσα ωρισμένως
να χτυπάτε έτσι αργά
".
Με τα λόγια τούτα 'νοίγω τα πορτόφυλλα γοργά.
                                         Έξω νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας
έμεινα κειδά απορώντας,
κάθε τόσο ανασκιρτώντας
μέσα σ' όνειρα αλγεινά.
Κράτησε σιγή για ώρα
κι άξαφνα απ' τα βάθη τώρα,
μια φωνή να λέει: "Λενώρα"
σα ν' ακούστηκε βραχνά.
"Εγώ φώναξα: Λενώρα! και τη φέρνει ηχώ ξανά.
                                      Έτσι θα 'ναι μοναχά
".

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι
μ' άνω-κάτω το κεφάλι,
μα μες απ' αυτή τη ζάλη,
δυνατήν ακουώ χτυπιά.
"Α! Στο παραθύρι θα 'ναι",
λέω ευθύς, "και με ζητάνε.
Ας ιδώ τώρα ποιός να 'ναι,
φτάνει το μυστήριο πια.
Η καρδιά μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια.
                                        θα 'ν' αγέρας μοναχά
".

Τότε τα παντζούρια ανοίγω,
όμως μια κραυγή μου πνίγω,
καθώς βλέπω 'να κοράκι
μες στο δώμα να περνά.
Η ευγένεια δε το νοιάζει
κι ούτε που με λογαριάζει,
μα γαντζώνει στο περβάζι
της εσώπορτας, στερνά.
Και γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
                                            και κοιτάζει μοναχά.

Πώς ανάπνευσα στ' αλήθεια!
και γελώντας απ' τα στήθεια,
λέω από παλιά συνήθεια,
στ' όρνιο με τη κρυά ματιά:
-"Κι αν σου κόψαν το λοφίο
κι αν σ' αφήκαν έτσι αστείο,
μαυροπούλι, άλλως θείο,
που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό 'ναι τάχα τ' όνομά σου μες στην άραχνη νυχτιά
";
                                        Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

Τρόμαξα στ' αλήθεια μου όντας
μου δευτέρωσε μιλώντας.
"Δίχως άλλο", είπα σκιρτώντας,
"τούτο ξέρει μοναχά.
Κάποιος πρώην κύριός του,
θα 'κλαψε πολύ. Ο καημός του
ίσως να 'γινε δικός του
και για τούτο αγκομαχά.
Του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά,
                               λέγοντάς μου
: Ποτέ πιά"!

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας,
έστρεψα σ' αυτό γελώντας,
τη καρέκλα μου τραβώντας
στο κοράκι αντικρυνά.
Μα στο κάθισμά μου πάνω,
χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
και στο νου μου τώρα βάνω,
για ποιό λόγο αληθινά,
σα μιαν επωδό μακάβρια, να μου λέει όλο ξανά,
                                  το κοράκι; -"Ποτέ πια"!

Γρίφος θα 'ν' ή αίνιγμά του
κι ίσως μήνυμα θανάτου
και κοιτώντας τη ματιά του,
που τρυπούσε τη καρδιά,
γέρνω ωραία το κεφάλι,
στο δικό της προσκεφάλι,
όπου αντιφεγγούσε πάλι
σα και τότε μια βραδιά,
με το βιολετί βελούδο, σα και τότε μια βραδιά
                               και που δε θ' αγγίξει πια!

Ξάφνου να 'νιωσα μου 'φάνη
γύρω μου άκρατο λιβάνι
και πλημμύρα να μου φτάνει
νέφι η θεία του καπνιά.
-"'Αθλιε!" φώναξα, "στοχάσου,
που Θεός στέλνει κοντά σου
άγγελους να σου σταλάσσου'
νηπενθές για λησμονιά.
Πιές το, ω! πιές το, τη Λενώρα, να ξεχάσεις μ' απονιά
".
                                          Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Α! Προφήτη", κράζω, "ωιμένα!
κι αν του Δαίμονα 'σαι γέννα
κι αν ο Πειρασμός σε μένα,
σ' έστειλ' απ' τη γης βαθιά.
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο
σ' έχει ρίξει απελπισμένο,
σ' ένα σπίτι στοιχειωμένο,
με σκιές και με ξωθιά,
θα 'βρω στη Γαλαάδ, ω! πέσμου, θα 'βρω κει παρηγοριά
";
                                             Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Α! Προφήτη, ανήλιαγο όρνιο
κι αν πουλί 'σαι κι αν τελώνιο,
απ' το σκότος σου το αιώνιο
κι απ' τη κρύα σου νεφιά,
πέσμου, στης Εδέμ τα δάση,
θα 'βρει ο νους μου ν' αγκαλιάσει,
μια παρθένα που 'χει αγιάσει
κι έχει αγγέλους συντροφιά;
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα, που 'χει αγγέλους συντροφιά
";

                                             Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Φύγε στ' άγρια σου τα μέρη,
όρνιο ή φάντασμα! Ποιός ξέρει
αν αυτό που σ' έχει φέρει,
δε σε καταπιεί ξανά
κι ούτ' ένα μικρό φτερό σου
να μη μείνει 'δω δικό σου
!"
φώναξα, "και το φευγιό σου
να χαθεί στα σκοτεινά.
Πάρε και το κρώξιμό σου, πέρ' από την Αθηνά
"!
                               Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

Κι από τότε 'κει δεμένο,
το κοράκι καθισμένο.
Μένει πάντα κουρνιασμένο,
στη μαρμάρινη Θεά.
Κι η ματιά του, όπως κοιτάζει,
με ματιά δαιμόνου μοιάζει
κι η νυχτιά που το σκεπάζει,
του στοιχειώνει τη σκιά.
Α! η ψυχή μου δε θα φύγει απ' αυτήνε τη σκιά.
                                   Δε θα φύγει ποτέ πια!
                                                                  
         μετ. Γιάννης Β. Ιωαννίδης
                  'Αναμπελ Λη

Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
       'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
       να μ' αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
       η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
       μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
       που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
       'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
       τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
       στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
       την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
       μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
       κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
       η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
       κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
       να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
       χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
       Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
       της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
       συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
       που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.
Μετάφραση: Κ. Παπαδάκης         

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers